Τον όρο χάπενινγκ (από το αγγλικό to happen: διαδραματίζεται, συμβαίνει) καθιέρωσε ο γλύπτης και θεωρητικός της τέχνης Allan Kaprow [Άλλαν Κάπροου] στα τέλη της δεκαετίας του 1950 για να περιγράψει μια μορφή επιτελεστικής δράσης που παρουσίαζε σε ειδικά διαμορφωμένα περιβάλλοντα, όπου συνδυάζονταν εικαστικά στοιχεία, θεατρικές πρακτικές και διάδραση με αντικείμενα και χώρους. Ωστόσο, οι ιστορικές καταβολές του είδους μπορούν να ανιχνευθούν ήδη στον ντανταϊσμό και τον σουρεαλισμό, κινήματα στα οποία η καλλιτεχνική πράξη μεταφερόταν σε αντισυμβατικούς χώρους –όπως καφέ, μπαρ ή δημόσιες τοποθεσίες– και συνδυαζόταν με απαγγελίες ποίησης, αυτοσχεδιασμούς και απρόβλεπτες δράσεις. Παράλληλα, το χάπενινγκ παρουσιάζει στενή συνάφεια με τον αφηρημένο εξπρεσιονισμό και ιδιαίτερα με τη ζωγραφική δράσης, καθώς και τα δύο μετέθεταν την πρόσληψη της τέχνης από την απλή οπτική παρατήρηση σε μια ενσώματη, πολυαισθητηριακή εμπειρία.
Το χάπενινγκ συνιστά επινοημένη δράση που πραγματοποιείται σε προεπιλεγμένο χώρο, χωρίς να ακολουθεί γραμμική αφήγηση ή να επιδιώκει έναν σαφώς προκαθορισμένο διδακτικό σκοπό. Συνήθως οργανώνεται σε σπονδυλωτά μέρη χωρίς καμία λογική σχέση μεταξύ τους και χωρίς σαφώς οριοθετημένη αρχή, μέση και τέλος, ενώ η εξέλιξή του βασίζεται στον αυτοσχεδιασμό, την τυχαιότητα και το απροσδόκητο. Κεντρικές του επιδιώξεις είναι η ενεργοποίηση και η άμεση εμπλοκή του κοινού, το οποίο λειτουργεί ως συνδημιουργός, καθώς και ο σχολιασμός κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων. Τα χάπενινγκ μπορούν να πραγματοποιηθούν σε ποικίλους χώρους, όπως γκαλερί, θέατρα, βιομηχανικά κτίρια, υπαίθριες θέσεις ή ακόμη και ιδιωτικές κατοικίες. Συνενώνουν στοιχεία από το θέατρο, τις εικαστικές τέχνες, τη μουσική, τον χορό και τις καθημερινές δραστηριότητες, ενώ στις τεχνικές του είδους συγκαταλέγονται η χρήση φωτός, ήχου, προβολών, καθώς και νέων ψηφιακών μέσων.
Πρωτεργάτες των χάπενινγκ υπήρξαν ο συνθέτης John Cage [Τζων Κέιτζ] και ο χορογράφος Merce Cunningham [Μερς Κάνινγκχαμ], οι οποίοι συνέβαλαν καθοριστικά στη διεύρυνση των ορίων μεταξύ μουσικής, χορού και εικαστικών τεχνών, καθώς και οι Robert Rauschenberg [Ρόμπερτ Ράουσενμπεργκ] και Yves Klein [Υβ Κλάιν]. Παράλληλα, καλλιτέχνες της διεθνούς ομάδας Φλούξους [Fluxus], όπως ο Joseph Beuys [Γιόζεφ Μπόυς], καθώς και της ιαπωνικής ομάδας τέχνης Γκουτάι, ανέπτυξαν παρόμοιες πρακτικές, ενώ στον χώρο του θεάτρου ο Tadeusz Kantor [Ταντέους Κάντορ] υπήρξε από τους πρωτοπόρους δημιουργούς χάπενινγκ, τα οποία ενέπνευσαν καταλυτικά και τα σκηνικά του έργα.
Εμβληματικό σημείο αναφοράς στην ιστορία του είδους αποτελεί το έργο του Kaprow 18 χάπενινγκ σε 6 μέρη [18 Happenings in 6 Parts], το οποίο παρουσιάστηκε το 1959 στη Reuben Gallery της Νέας Υόρκης. Ο χώρος χωρίστηκε σε τρία τμήματα, όπου οι δημιουργοί εκτελούσαν ταυτόχρονες, συχνά ασύνδετες δράσεις, υποχρεώνοντας το κοινό να μετακινείται συνεχώς από το ένα σημείο στο άλλο, στοιχείο που ανέδειξε τη θραυσματική φύση της εμπειρίας και την υποκειμενικότητα της πρόσληψης. Το έργο αυτό συχνά αναφέρεται ως εναρκτήριο σημείο για την τέχνη της επιτέλεσης.
Στη σύγχρονη γλωσσική χρήση, ο όρος χάπενινγκ απαντά συχνά με τρόπο καταχρηστικό, για να δηλώσει μια προγραμματισμένη έκπληξη, ένα εντυπωσιακό απρόοπτο ή ένα σκηνοθετημένο κοινωνικό επεισόδιο, όπως σε δεξιώσεις ή επιδείξεις μόδας. Η χρήση αυτή απομακρύνεται από το αρχικό, ριζοσπαστικό και πειραματικό καλλιτεχνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η συγκεκριμένη επιτελεστική πρακτική, η οποία στόχευε κυρίως στη ρήξη με τις καθιερωμένες εμπορικές μορφές τέχνης και στη μετατροπή της καλλιτεχνικής εμπειρίας σε ζωντανό, συλλογικό γεγονός.